Η ερμηνεία

Ο θρήνος (ή πένθος) αναφέρεται στις ψυχικές αντιδράσεις που εμφανίζονται, όταν το άτομο χάσει λόγω ξαφνικού ή αναμενόμενου θανάτου ένα κοντινό, αγαπημένο του πρόσωπο.  Ο θρήνος δεν αποτελεί ασθένεια, αλλά μια φυσιολογική ανθρώπινη αντίδραση. Είναι κομμάτι της ζωής μας και της διαδικασίας του αποχωρισμού μας από τον αποθανόντα. Με την έναρξη του θρήνου ξεκινά και η επεξεργασία της απώλειας που βιώνουμε. Ο καθένας από μας αισθάνεται την απώλεια διαφορετικά, με το δικό του μοναδικό τρόπο. Όσο διαφορετικός και μοναδικός είναι ο κάθε άνθρωπος, άλλο τόσο διαφορετικός και μοναδικός είναι ο θρήνος του, όταν χάσει από κοντά του ένα αγαπημένο πρόσωπο. Στο θρήνο χρειάζεται να δοθεί χώρος και χρόνος. Δεν θα πρέπει να απωθηθεί, διότι, εάν δεν επεξεργαστούμε την απώλεια που βιώνουμε και ο θρήνος δεν κάνει τον κύκλο του, τότε μπορεί να οδηγηθούμε σε ψυχικές διαταραχές.

Οι συμπεριφορές και οι σωματικές αντιδράσεις που εκδηλώνονται κατά τη διάρκεια του θρήνου, εξαρτώνται τόσο από την προσωπική στάση του καθενός προς το θάνατο, όσο και από τη στάση της κοινωνίας σε ότι αφορά την αντιμετώπιση του θανάτου και του πένθους. Τα συναισθήματα που συνδέονται με το θρήνο είναι εγκατάλειψη, μοναξιά, εσωτερικό «μπούκωμα», φόβος, θυμός, οργή, αλλά συχνά και ανακούφιση. Ο θρήνος επιδρά και στο σώμα. Το σώμα αντιδρά με κούραση, υπερβολική ευαισθησία στο θόρυβο, εξασθένιση των μυών, στομαχικές διαταραχές, ταχυκαρδία, άπνοια, ρίγος. Ο θρήνος συνδέεται επίσης κυρίως με το κλάμα ή τα δάκρυα. Τα δάκρυα είναι η αρχή της ανακούφισης, της παρηγοριάς. Μας απελευθερώνουν, ώστε να καταφέρουμε να διαχειριστούμε την κατάσταση που βιώνουμε.

Μερικοί άνθρωποι βάζουν το θρήνο τους «σε πάγο», γιατί τα συναισθήματα που τον συνοδεύουν είναι ισχυρά και φαντάζουν ανυπέρβλητα. Πέφτουν «με τα μούτρα» στις καθημερινές τους δραστηριότητες για να απομακρύνουν τις σκέψεις και τα συναισθήματα τους γύρω από το θρήνο. Συχνά χαρακτηρίζονται ως «κρύοι» ή «χωρίς αισθήματα». Όμως η επεξεργασία του θρήνου δεν έχει κανόνες. Ο καθένας που θρηνεί πρέπει να βρει το δρόμο που βοηθά τον ίδιο. Στους ανθρώπους που καταπιέζουν το θρήνο τους,  θα υπάρξει αργότερα η στιγμή, όπου αυτός θα έρθει στην επιφάνεια. Τότε τα συναισθήματα θα έρχονται σαν κύματα ξανά και ξανά. Με τον καιρό η ένταση τους θα μικραίνει και τότε δημιουργείται εσωτερικός χώρος για τις αναμνήσεις που συνοδεύουν το πρόσωπο που έχει φύγει από τη ζωή.

Οι φάσεις του θρήνου

Ο αποχαιρετισμός ενός αγαπημένου προσώπου είναι μια μακρόχρονη διαδικασία, η οποία δεν ολοκληρώνεται με την κήδευση του. Χρειαζόμαστε χρόνο μέχρι να ξεπεράσουμε τον ψυχικό πόνο και να αποδεχθούμε το μη αναστρέψιμο του αποχωρισμού. Ο θρήνος δεν είναι μια ασθένεια όπως η γρίπη, όπου θα πάρουμε φάρμακα, θα μείνουμε στο κρεβάτι και θα μας περάσει. Ο θρήνος είναι δουλειά που χρειάζεται να κάνουμε με τους εαυτούς μας. Αυτή τη δουλειά δε μπορεί κανείς να την κάνει για μας. Ο άνθρωπος που θρηνεί πρέπει να δεχτεί την απώλεια του αγαπημένου προσώπου και να μπορέσει να το αποχαιρετίσει από τη ζωή του. Πρέπει να πάρει απόσταση από τις συνήθειες που τον συνέδεαν με τον αποθανόντα. Να βρει τη δύναμη να αναπτύξει καινούριες συνήθειες. Ο εσωτερικός πόνος σε αυτή  την πορεία θα είναι αναπόφευκτος. Δεν μπορούμε να τον «παρακάμψουμε», δε μπορούμε να τον «πνίξουμε» με αλκοόλ ή χάπια, ούτε μπορούμε να περιμένουμε μέχρι να τον «γιατρέψει ο χρόνος». Αν θέλουμε να βγούμε υγιείς από μια τέτοια φάση στη ζωή μας, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να βιώσει το θρήνο που νοιώθει. Αν το επιτρέψουμε, τότε θα καταφέρουμε και να τον ξεπεράσουμε.

Σε ένα γεγονός όπως είναι ο θάνατος ενός αγαπημένου ανθρώπου, χάνεται γι΄ αυτόν που θρηνεί η ισορροπία τόσο στο σώμα όσο και στην ψυχή του. Ίσως χρειαστούν μερικά χρόνια μέχρι να δημιουργηθεί μια καινούρια εσωτερική ισορροπία. Οι φάσεις από τις οποίες περνάει  κανείς από το ξεκίνημα του θρήνου μέχρι μια καινούρια εσωτερική ισορροπία είναι κοινές για τους περισσότερους ανθρώπους. Οι φάσεις αυτές είναι:

Η φάση της μη αποδοχής της πραγματικότητας

Πρόκειται για κατάσταση σοκ και άρνησης του γεγονότος. Η φάση αυτή μπορεί να διαρκέσει από μερικές ώρες μέχρι μερικούς μήνες. Το άτομο έχει δεχθεί την είδηση του θανάτου, αλλά δε μπορεί συναισθηματικά να τη συνειδητοποιήσει. Δείχνει να έχει παραλύσει ή βρίσκεται σε κατάσταση σοκ ή αντιδρά με πλήθος έντονων συναισθημάτων. Εκφράζεται συχνά λέγοντας: «δε μπορώ ακόμη να το πιστέψω, ότι δε θα ξανάρθει».

Η φάση της έκρηξης έντονων συναισθημάτων

Στη φάση αυτή εναλλάσονται συναισθήματα βαθειάς απόγνωσης, φόβου, εγκατάλειψης, μοναξιάς, αυτοκατηγορίας (ενοχές), αλλά και συναισθήματα θυμού και οργής προς το πρόσωπο που έχει φύγει από τη ζωή. Ταυτόχρονα εμφανίζονται έντονα σωματικά συμπτώματα, όπως ανορεξία ή βουλιμία, διάρροια ή δυσκοιλιότητα, διαταραχές στον ύπνο (αϋπνία ή υπνηλία), διαταραχές στην ικανότητα αυτοσυγκέντρωσης. Μέχρι το άτομο που θρηνεί  να συνειδητοποιήσει  και να αποδεχθεί το θάνατο του αγαπημένου προσώπου φάση μπορεί να περάσουν εώς και 2 χρόνια, σε κάποιες περιπτώσεις και περισσότερο.

Η φάση του σταδιακού επαναπροσδιορισμού

Κατά τη διάρκεια αυτής της φάσης αποδέχεται ο θρηνών σταδιακά την απώλεια και συμβιβάζεται με το γεγονός του θανάτου. Αρχίζει και πάλι να ασχολείται με παλιές δραστηριότητες ή προσανατολίζεται σε καινούριες. Αναπολεί τις όμορφες αλλά και τις δύσκολες εμπειρίες με τον αποθανόντα χωρίς να βιώνει έντονο εσωτερικό πόνο. Έτσι αναπτύσσει σιγά σιγά μια καινούρια αυτοεκτίμηση.

Η φάση της νέας εσωτερικής ισορροπίας

Το άτομο κατακτά σταδιακά μια καινούρια ψυχική και σωματική ισορροπία. Μπορεί και αναπολεί με ευχαρίστηση, αλλά ίσως και με μελαγχολία το κοινό παρελθόν με τον αποθανόντα έχοντας ταυτόχρονα βρει ένα καινούριο νόημα στη ζωή του και κάνοντας ένα καινούριο ξεκίνημα. Έχει αναπτύξει μια θετική στάση προς τον εαυτό του, τις ικανότητες και το μέλλον του.

Κατερίνα Γ. Τζιωρίδου

Ψυχολόγος

psy4you.wordpress.com